συνεξοτρύνω Save LSJ Bailly 2024 συνεξ-οτρύνω, = συνοτρύνω, Nic.Dam. Fr. 66.16 J., Them. Or. 21.256a. συν·εξοτρύνω [τρῡ] exciter ensemble, Thém. 256a.