About Report a problem

Menu

συνεπισκοπέω

συνεπισκοπέω, to examine together with

συνεπι-σκοπέω, fut. -σκέψομαι Pl. Cra. 422c: aor. -εσκεψάμην (v. infr.): non-Att. pres. συνεπι-σκέπτομαι, Gal. 6.827, 10.215, Ptol. Phas. Prooem. 8, Alex.Aphr. in Sens. 5.16: pres. Med. and Pass. συνεπισκοποῦμαι Gal. 6.256, 10.662, 2.681:—
  • join in examining, examine or consider together with, ἀλλά μοι τόδε συνεπίσκεψαι Pl. Hp.Ma. 296b; συνεπίσκεψαι μετʼ ἐμοῦ Id. Cra. 422c; ἐκ τῶν ἀπορουμένων λόγων συνεπισκεψάμενοι Arist. MM 1200b22; συνεπισκοπεῖν καὶ τὰ ὑπʼ ἐκείνου λεχθέντα Str. 8.3.23; ταῦτα συνεπισκόπει καὶ αὐτός Plu. Profect. 2.83e, cf. QConv. 714c; συνεπισκέψασθε ᾗ . . Pl. Ap. 27a.

Saved

Recent