συνιερουργέω
συνιερ-ουργέω,
- = συνιεροποιέω, D.H. 4.14, SIG 798.11 (Cyzicus, i A.D.), Ph. 1.653, Plu. Aet.Gr. 2.292d.
συν·ιερουργέω-ῶ, c. συνιεροποιέω, DH. 4, 14.
Étym. σύν, ἱερουργός.
συνιερουργέω, = συνιεροποιέω, Plut. quaest. graec. 9.