συνίημι
συνίημι, συνίημι, συνήσω, συνῆκα, συνεῖκα, συνεῖμαι, συνείθην, understand, comprehend
- I bring or set together, in hostile sense, τίς τʼ ἄρ σφωε . . ἔριδι ξυνέηκε μάχεσθαι; Il. 1.8; οὓς ἔριδος μένεϊ ξυνέηκε μάχεσθαι 7.210; but ἀμφοτέρῃς . . ἕνα ξυνέηκεν ὀϊστόν shot one arrow at both together, Musae. 18.
- 2 Med., come together, come to an agreement, ὄφρα . . συνώμεθα . . ἀμφὶ γάμῳ Il. 13.381.
- 3 send herewith, PSI 6.665.7 (iii B.C.).
- II metaph., perceive, hear, freq. in Hom. (who also has Med. in this sense, ἀγορεύοντος ξύνετο Od. 4.76); ὣς φάθʼ, ὁ δὲ ξυνέηκε Il. 15.442; εἰ δʼ ἄγε νῦν ξυνίει Od. 1.271:—Constr., c. acc. rei, ξυνέηκε θεᾶς ὄπα φωνησάσης Il. 2.182; ἐμέθεν ξυνίει ἔπος Od. 6.289, cf. S. Ant. 1218, Ar. Pax 603: c. gen. pers., νῦν δʼ ἐμέθεν ξύνες ὦκα Il. 2.26; καὶ κωφοῦ συνίημι Orac ap. Hdt. 1.47: rarely c. gen. rei, μευ βουλέων ξύνιεν Il. 1.273.
- 2 to be aware of, take notice of, observe, τοῖιν Od. 18.34; τῶν δὲ σὺ μὴ ξύνιε Thgn. 1240 (sed leg. ξυνίει): c. acc., Hdt. 1.24: folld. by a relat., ξύνες δὲ τήνδʼ, ὡς . . χωρεῖ S. Tr. 868 (lyr.): abs., πολλά με καὶ συνιέντα παρέρχεται Thgn. 419.
- 3 understand, ξ. ἀλλήλων understand one anotherʼs language, Hdt. 4.114, Th. 1.3; εὖ λέγοντος . . τοῦ Δελφικοῦ γράμματος οὐ σ. Pl. Alc. 1.132c, cf. Lg. 791e: freq. c. acc. rei only, Pi. P. 3.80, A. Pers. 361, Hdt. 3.46, Ar. Pl. 45, etc.; ξυνῆκα τοὔπος ἐξ αἰνιγμάτων A. Ch. 887, cf. Ag. 1243, S. El. 1479; ξ. δὲ αὐτὸς Ἑλληνιστὶ τὰ πλεῖστα X. An. 7.6.9; διʼ ἑρμηνέων ξ. τι Id. Cyr. 1.6.2; συνιέντες τὰ ναυτικά Id. HG 1.6.4: abs., τοῖς ξυνιεῖσιν to the intelligent, Thgn. 904; in Com. dialogue, parenthetically, συνίης; like μανθάνεις; Lat. tenes? Alex. 124.6, Diph. 32.13; οὐχὶ ξυνίης; S. El. 1347; οὔπω ξυνῆκα A. Ag. 1112: also folld. by a clause, οὐ ξυνιᾶσιν ὅκως . . Heraclit. 51; ξυνίημʼ ὅτι βούλει Ar. Av. 946 (ξυνῆχʼ cj. Brunck); σ. τὸ γράμμα ὃ βούλεται Pl. Prm. 128a, cf. Hdt. 9.110: also, like other Verbs of perception, c. part., ξυνιᾶσι τιμώμενοι Democr. 95; οὐ συνίης καταναλίσκων; Plu. Apophth. Lac. 2.231d; συνῆκα ἡδὺς γεγενημένος Luc. DDeor. 6[2].1, cf. Tim. 8.
1. act.
a. met acc. van pers. bijeenbrengen:
b. met acc. van zaak vernemen, kennis nemen (van), luisteren naar (iets):
c. met gen. (een geluid) horen, luisteren naar (iem.):
2. med.
a. tot een akkoord komen:
b. met gen. horen, verstaan:
1) zusammenschicken, zusammenbringen, bes. im feindlichen Sinne, feindselig an einander bringen, zusammenhetzen ; τίς σφωε ἔριδι ξυνέηκε μάχεσθαι ; Il. 1.8 ; οὓς ἔριδος μένεϊ ξυνέηκε μάχεσθαι, 7.210.
2) vernehmen, hören ; νῦν ξυνίει, Od. 1.271, 15.391 ; τινός τι, σὺ δʼ ὧδʼ ἐμέθεν ξυνίει ἔπος, 6.289, vernimm von mir das Wort, wie ὁ δὲ ξυνέηκε θεᾶς ὄπα, Il. 2.182 ; καὶ μέν μευ βουλέων ξύνιεν, 1.273 ; vgl. εἰ τὸν αἵμονος φθόγγον συνίημι, Soph. Ant. 1203 ; auch mit bloßem gen. der Person, νῦν δʼ ἐμέθεν ξύνες, Il. 2.26, wie Od. 18.34, wo es allgemeiner »wahrnehmen«, »bemerken« ist ; auch τοῦ δʼ ἀγορεύοντος ξύνετο ξανθὸς Μενέλαος, 4.76 ; φθέγγονθʼ ὥστε θεοῖσι συνι ἑμεν, sie ertönen so, daß sie den Göttern vernehmbar werden, Hes. Th. 831 ; Pind. vrbdt λόγων συνέμεν κορυφάν, P. 3.80 ; λόγον ὁ μὴ ξυνιείς, N. 4.31 ; οὐ ξυνεὶς δόλον Ἕλληνος ἀνδρός, Aesch. Pers. 353 ; οὔπω ξυνῆκα, Ag. 1083 ; μηχανήν, verstehen, 1226, u. öfter, wie Soph., z.B. ἦ καὶ ξυνίης καὶ λέγεις ὀρθῶς ἃ φῄς ; Ant. 399 ; Eur. συνῆκα θέσφατα, Phoen. 425, u. öfter ; auch med., τίς οὐ τάδε ξυνήσεται, Ion 694 ; συνήκατε, Ar. Ach. 101, u. öfter ; in Prosa : ἐγὼ δοκέω συνιέναι τὸ γεγονός, Her. 3.63, verstehen, wie 3.46 ; τὸν δὲ συνέντα τοῦτο, 1.24 ; sonst c. gen., συνῆκαν ἀλλήλων, 4.114 ; οὐδὲν συνήσουσι Πέρσαι τῶν ἐγὼ ὑμῶν ἐντέλλομαι, 9.98 ; ἐπειδὰν θᾶττον συνίῃ τις τὰ λεγόμενα, sobald Einer das, was gesagt wird, versteht, Plat. Prot. 325c, wie ἐπειδὰν μέλλωσισυνήσειν τὰ γεγραμμένα, ib. e ; Theaet. 184a u. öfter ; συνιέναι ταὐτὸν παντάπασι τῷ ἐπίστασθαι, Crat. 412a ; ὥς τι συνιέντες ἀλλήλων, Theaet. 196e ; τὰ μήπω φωνῆς ξυνιέντα παιδία, Legg. VII.791e, vgl. Alc.I, 132c, wo überall neben dem äußern sinnlichen Wahrnehmen auch an das innere geistige zu denken ist ; ὅσοι ἀλλήλων ξυνίεσαν, Thuc. 1.3, so viele sich verstanden, d.h. dieselbe Sprache redeten ; διὰ τὸ μηδέν πω συνεικέναι τῶν ἐν Ἰταλίᾳ γεγονότων, Pol. 5.101.2 ; συνιέναι ἁπάντων καίτοι μὴ ἐπακούοντα τῶν ᾀδομένων, Luc. salt. 64 ; δοκεῖς συνεῖναι πεπειραμένος, Prom. 6 ; συνεὶς ὁ Βροῦτος τὸ πεπρωμένον, Plut. Caes. 69.
3) med. sich worüber vereinigen, verständigen, worüber unter sich übereinkommen, ὄφρα συνώμεθα ἀμφὶ γάμῳ, Il. 13.381.
ξυνίημι
[συν- 2 + ἵημι1.]
3 pl. impf. ξύνιεν Il. 1.273.
3 sing. aor. ξυνέηκε Il. 1.8, Il. 2.182, Il. 7.210, Il. 10.512, Il. 15.442 : Od. 18.34.
Aor. imp. ξύνες Il. 2.26, 63, Il. 24.133.
Imp. from ξυνιέω ξυνίει Od. 1.271, Od. 6.289, Od. 8.241, Od. 15.391, Od. 19.378.
Mid. 3 sing. aor. ξύνετο Od. 4.76.
1 pl. subj. συνώμεθα Il. 13.381.
- 1
To set together (in fight), match or pit one against another : τίς σφωε θεῶν ἔριδι ξυνέηκε μάχεσθαι; Il. 1.8. Cf. Il. 7.210.
- 2
In mid., to come together in agreement, come to terms : ὄφρα συνώμεθα ἀμφὶ γάμῳ Il. 13.381.
- 3
To catch, mark, hear (a sound) : θεᾶς ὄπα Il. 2.182= Il. 10.512.
To hear the voice of, hear (a person).
With genit. : τοῖϊν ξυνέηκεν Od. 18.34.
So in mid. : τοῦ ἀγορεύοντος ξύνετο Od. 4.76.
- 4
To hearken to, give ear to, mark, heed : ἐμέθεν ξυνίει ἔπος Od. 6.289, Od. 8.241. Cf. Od. 19.378.
With genit. : βουλέων μευ ξύνιεν Il. 1.273.
To hearken to (a person), attend to (him), mark his words.
With genit. : ἐμέθεν ξύνες ὦκα Il. 2.26= 63, Il. 24.133.
Absol. : ξυνέηκε, θέων δέ οἱ ἄγχι παρέστη Il. 15.442. Cf. Od. 1.271, Od. 15.391.
- 1
- 1understand εἰ δὲ λόγων συνέμεν κορυφάν, Ἱέρων, ὀρθὰν ἐπίστᾳ P. 3.80 ἀπειρομάχας ἐών κε φανείη, λόγον ὁ μὴ συνιείς (Boeckh: ξυνιείς codd.) N. 4.31 σύνες ὅ τοι λέγω fr. 105. 1.
Strong 4920
1. to bring or set together.
2. Metaph., to perceive, understand: Mt 13:13-15
(LXX), 19 15:10, Mk 4:9
(WH, mg.), 12 7:14 8:17, 21 Lk 8:10, Ac 7:25 28:26, 27, Ro 15:21
(LXX), II Co 10:12; c. acc. rei, Mt 13:23, 51, Lk 2:50 18:34 24:45; seq. ὅτι, Mt 16:12 17:13; seq. quæst. indir., Eph 5:17; ἐπὶ τ. ἄρτοις, Mk 6:52; as subst., συνίων (ὁ σ., WH, mg.), a man of understanding, i.e. in moral and religious sense, Ro 3:11
(LXX).†
- Ito bring or set together, in hostile sense, like Lat. committere, ἔριδι ξυνέηκε μάχεσθαι Il.
- 2Mid. to come together, come to an agreement, Il.
- IImetaph. to perceive, hear, c. acc. rei, Hom., etc.; c. gen. pers., Il.; rarely c. gen. rei, Il.
- 2to understand, ξ. ἀλλήλων to understand one anotherʼs language, Hdt.; mostly c. acc. rei, Hdt., Attic:—absol., τοῖς ξυνιεῖσι to the intelligent, Theogn.
-
…τοὺς μὲν γὰρ δύο μισθοὺς γιγνώσκω, τὴν δὲ ζημίαν ἥντινα λέγεις καὶ ὡς ἐν μισθοῦ μέρει εἴρηκας, οὐ συνῆκα. τὸν τῶν βελτίστων ἄρα μισθόν, ἔφην, οὐ συνιεῖς, διʼ ὃν ἄρχουσιν οἱ ἐπιεικέστατοι, ὅταν ἐθέλωσιν…
Plato, Republic
-
…ὦ Σώκρατες. ἐκ παίδων σμικρῶν ἀρξάμενοι, μέχρι οὗπερ ἂν ζῶσι, καὶ διδάσκουσι καὶ νουθετοῦσιν. ἐπειδὰν θᾶττον συνιῇ τις τὰ λεγόμενα, καὶ τροφὸς καὶ μήτηρ καὶ παιδαγωγὸς καὶ αὐτὸς ὁ πατὴρ περὶ τούτου διαμάχονται, ὅπως ;…
Plato, Protagoras
-
…λέγεις καὶ ὡς ἐν μισθοῦ μέρει εἴρηκας, οὐ συνῆκα. τὸν τῶν βελτίστων ἄρα μισθόν, ἔφην, οὐ συνιεῖς, διʼ ὃν ἄρχουσιν οἱ ἐπιεικέστατοι, ὅταν ἐθέλωσιν ἄρχειν. ἢ οὐκ οἶσθα ὅτι τὸ φιλότιμόν τε καὶ φιλάργυρον…
Plato, Republic
-
…ἢ γραμμάτων τε καὶ κιθαρίσεως · οἱ δὲ διδάσκαλοι τούτων τε ἐπιμελοῦνται, καὶ ἐπειδὰν αὖ γράμματα μάθωσιν καὶ μέλλωσιν συνήσειν τὰ γεγραμμένα ὥσπερ τότε τὴν φωνήν, παρατιθέασιν αὐτοῖς ἐπὶ τῶν βάθρων ἀναγιγνώσκειν ποιητῶν ἀγαθῶν ποιήματα καὶ ἐκμανθάνειν ἀναγκάζουσιν ,…
Plato, Protagoras
-
…μισθώσασθαι πλοῖον ἀνδρῶν Κορινθίων. τοὺς δὲ ἐν τῷ πελάγεϊ ἐπιβουλεύειν τὸν Ἀρίονα ἐκβαλόντας ἔχειν τὰ χρήματα. τὸν δὲ συνέντα τοῦτο λίσσεσθαι, χρήματα μέν σφι προϊέντα, ψυχὴν δὲ παραιτεόμενον. οὔκων δὴ πείθειν αὐτὸν τούτοισι, ἀλλὰ κελεύειν…
Herodotus, The Histories
-
…σοῦ · σὺ γάρ μʼ ἄκοντα προυτρέψω λέγειν. ποῖον λόγον ; λέγʼ αὖθις, ὡς μᾶλλον μάθω. οὐχὶ ξυνῆκας πρόσθεν ; ἢ ʼκπειρᾷ λέγων ; οὐχ ὥστε γʼ εἰπεῖν γνωστόν · ἀλλʼ αὖθις φράσον. φονέα σε φημὶ τἀνδρὸς…
Sophocles, Oedipus Tyrannus
-
…πόδας νίψω ἅμα τʼ αὐτῆς Πηνελοπείης καὶ σέθεν εἵνεκʼ, ἐπεί μοι ὀρώρεται ἔνδοθι θυμὸς κήδεσιν. ἀλλʼ ἄγε νῦν ξυνίει ἔπος, ὅττι κεν εἴπω · πολλοὶ δὴ ξεῖνοι ταλαπείριοι ἐνθάδʼ ἵκοντο, ἀλλʼ οὔ πώ τινά φημι ἐοικότα ὧδε…
Homer, Odyssey
-
…ἐμοὶ δοκεῖ, ἀντίπαλον ἐς ἓν ὄνομα ἀποκεκρίσθαι. οἱ δʼ οὖν ὡς ἕκαστοι Ἕλληνες κατὰ πόλεις τε ὅσοι ἀλλήλων ξυνίεσαν καὶ ξύμπαντες ὕστερον κληθέντες οὐδὲν πρὸ τῶν Τρωικῶν διʼ ἀσθένειαν καὶ ἀμειξίαν ἀλλήλων ἁθρόοι ἔπραξαν. ἀλλὰ καὶ ταύτην τὴν…
Thucydides, The Peloponnesian War
-
…ἀνδρῶν ἐν μέσοις ἀρκυστάτοις πέπτωχʼ ὁ τλήμων ; οὐ γὰρ αἰσθάνει πάλαι ζῶντας θανοῦσιν οὕνεκʼ ἀνταυδᾷς ἴσα ; οἴμοι, ξυνῆκα τοὔπος · οὐ γὰρ ἔσθʼ ὅπως ὅδʼ οὐκ Ὀρέστης ἔσθʼ ὁ προσφωνῶν ἐμέ. καὶ μάντις ὢν ἄριστος ἐσφάλλου πάλαι…
Sophocles, Electra
-
…μενοῖεν, ἀλλὰ σέλμασιν ναῶν ἐπανθορόντες ἄλλος ἄλλοσε δρασμῷ κρυφαίῳ βίοτον ἐκσωσοίατο. ὁ δʼ εὐθὺς ὡς ἤκουσεν, οὐ ξυνεὶς δόλον Ἕλληνος ἀνδρὸς οὐδὲ τὸν θεῶν φθόνον, πᾶσιν προφωνεῖ τόνδε ναυάρχοις λόγον, εὖτʼ ἂν φλέγων ἀκτῖσιν ἥλιος χθόνα…
Aeschylus, Persians