σφίγκτης
σφίγκ-της, ου, ὁ,
- = κίναιδος, Cratin. 446, Hsch.
σφίγκτης, ου (ὁ) c. κίναιδος, Crat. (Phot. p. 560, 22).
Étym. σφίγγω.
σφίγκτης, ὁ, = κίναιδος, von σφιγκτήρ 2 benannt, Cratin. bei Phot.