σωματουργία
σωμᾰτουργ-ία, ἡ,
- = σωματοποιία, Herm. ap. Stob. 1.49.69, Porph. Antr. 14.
σωματουργία, ας (ἡ) [μᾰ] c. σωματοποιΐα, Hermès (Stob. Ecl. p. 1086).
Étym. σωματουργός.
σωματουργία, ἡ, = σωματοποιΐα, Hermes bei Stob. ecl. 1 p. 1088.