σωματουργός
σωματουργός, creative of bodies
σωμᾰτουργ-ός, όν,
- creative of bodies, Procl. in Prm. p.638 S., in Ti. 1.311 D.
σωματουργός, ός, όν [ᾰ] c. σωματοποιός, Procl. Plat. Parm. 638.
Étym. σῶμα, ἔργον.
σωματουργός, verkörpernd, Sp.