Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
σωμελής
σωμελής, sound of limb
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
σωματοκάπηλος
σωματομαχέω
σωματοπλαστέω
σωματοπλαστικός
σωματοποιέω
σωματοποίησις
σωματοποιία
σωματοποιΐα
σωματοποιός
σωματοπρεπής
σωματότης
σωματοτροφεῖον
σωματουργέω
σωματουργία
σωματουργικός
σωματουργός
σωματοφθορέω
σωματοφθόρος
σωματοφόρβος
σωματοφορβός
σωματοφόρος
σωματοφρουρητήρ
σωματοφυής
σωματοφυλακέω
σωματοφυλακία
σωματοφυλάκιον
σωματοφύλαξ
σωματόω
σωματώδης
σωμάτωσις
σωμελής
σῶν
σωννύω
σώομαι
σωόμην
σωοναύτης
σώοντες
σῶος
σωπαίνω
Σωπαῖος
Σωπάτρειος
Σώπατρος
σωπάω
Σωπή
σωπιαίνουσιν
σωπιαίνω
Σώπολις
σωπομπία
σωρά
σωρακίς
σώρακος
σωράνθεμις
σωρανθίς
Σωρανός
σωρεία
σωρείτης
σωρειτικός
σωρειτικῶς
σωρεός
σώρευμα
σώρευσις
…
σωμελής
Save
σωμελής, sound of limb
LSJ
σωμελής, ές,
sound of limb,
Schwyzer
181 iv 4 (Crete).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}