Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
σωματουργικός
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
σωματέμπορος
σωματηγέω
σωματηγός
σωματίδιον
σωματίζω
σωματικός
σωματικῶς
σωμάτινος
σωμάτιον
σωματισμός
σωματοβλάβεια
σωματοβλαβία
σωματοειδής
σωματοειδῶς
σωματοθήκη
σωματοθήκιον
σωματοκάπηλος
σωματομαχέω
σωματοπλαστέω
σωματοπλαστικός
σωματοποιέω
σωματοποίησις
σωματοποιία
σωματοποιΐα
σωματοποιός
σωματοπρεπής
σωματότης
σωματοτροφεῖον
σωματουργέω
σωματουργία
σωματουργικός
σωματουργός
σωματοφθορέω
σωματοφθόρος
σωματοφόρβος
σωματοφορβός
σωματοφόρος
σωματοφρουρητήρ
σωματοφυής
σωματοφυλακέω
σωματοφυλακία
σωματοφυλάκιον
σωματοφύλαξ
σωματόω
σωματώδης
σωμάτωσις
σωμελής
σῶν
σωννύω
σώομαι
σωόμην
σωοναύτης
σώοντες
σῶος
σωπαίνω
Σωπαῖος
Σωπάτρειος
Σώπατρος
σωπάω
Σωπή
σωπιαίνουσιν
…
σωματουργικός
Save
LSJ
σωμᾰτουργ-ικός, όν,
= σωματοποιός,
Procl.
in Ti.
1.358 D., al.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}