σώομαι Save LSJ Bailly 2024 Pape σώομαι, = σοῦμαι, σεύομαι, A.R. 2.1010, 3.307. II v. σῴζω. σώομαι, c. σοῦμαι ou σεύομαι, A. Rh. 2, 1010 ; 3, 307. σώομαι, = σοῦμαι, σεύομαι, Ap.Rh. 2.1012, 3.307.