σωφρονιστύς
σωφρονιστύς, correction
σωφρον-ιστύς, ύος, ἡ,
- = σωφρονισμός, σωφρονιστύος ἕνεκα for the sake of correction, Pl. Lg. 934a.
σωφρονιστύς, ύος (ἡ) ion. c. σωφρόνισις, Plat. Leg. 933e.
σωφρονιστύς, ἡ, ion. statt σωφρόνισις, Plat. Legg. XI.933e, σωφρονιστύος ἕνεκα, um zu witzigen und zu bessern.