σωφρονητικός Save Bailly 2024 Pape Middle Liddell σωφρονητικός, ή, όν, c. σωφρονικός, Xén. Mem. 3, 10, 5 vulg. σωφρονητικός, ή, όν, = σωφρονικός ; τὸ σωφρ. im Ggstz von ὑβριστικόν, Xen. Mem. 3.10.5, = σωφροσύνη. σωφρονητικός, ή, όν = σωφρονικός, Xen.