ταγματικός
ταγματικός, of or for a τάγμα, brigade
ταγμᾰτ-ικός, ή, όν,
- of or for a τάγμα III, ἐπιφοραί D.S. 17.94; ὑπηρέτης PTheb.Bank 8.2 (ii B.C.): ταγματικόν, τό, = τάγμα III, ib. 5.
- II ταγματικός, ὁ, = legionarius, Gloss.
ταγματικός, ή, όν [μᾰ]
1 qui est selon l’ordre, régulier, DS. 17, 94 ||
2 de la légion, légionnaire, DS. 17, 94.
Étym. τάγμα.
ταγματικός, zur Heerschar, Legion gehörig, DS. 17.94.