About Report a problem

Menu

ταγματάρχης

ταγματάρχης, leader of a τάγμα

ταγμᾰτ-άρχης, ου, ὁ,
  • leader of a τάγμα, D.H. 20.4, Onos. 42.8:— hence ταγμᾰταρχέω, Ph. 1.368.

Saved

Recent