τέτλα
τέτλᾰ, shortd. for τέτλαθι,
- v.l. for τέττα in Il. 4.412, Arat. ap. Hellad. ap. Phot. Bibl. p.531 B.
τέτλα ou τέτλαθι, τετλαίην, τετλάμεν, τετλάμεναι, τέτληκα, τετληότες, τετληῦια, v. *τλάω.