τετολμηκότως
τετολμηκότως, boldly
τετολμηκότως, Adv., (τολμάω)
- boldly, Plb. 1.23.5, 9.4.2.
τετολμηκότως, adv. audacieusement, hardiment, Pol. 1, 23, 5 ; 9, 4, 2.
Étym. τολμάω.
τετολμηκότως, adv. part. perf. von τολμάω, verwegen, Pol. 1.23.5, 9.4.2.
τετολμηκότως
adverb from perf. part. of τολμάω, Polyb.