τετεχνημένως
τετεχνημένως, artificially
τετεχνημένως, Adv., (τεχνάω)
- artificially, EM 123.19.
τετεχνημένως, adv. part. perf. pass. von τεχνάω, gekünstelt, künstlich, EM.
τετεχνημένως, artificially