τετραετηρικός
τετραετηρικός, of a τετραετηρίς
τετρᾰετηρ-ικός, ή, όν,
- of a τετραετηρίς, Jul. Or. 4.155b.
τετραετηρικός, ή, όν, qui revient tous les quatre ans, Jul. 155b.
Étym. τετραέτης.
τετραετηρικός, ή, όν, zur τετραετηρίς gehörig, Sp.