τετραέλικτος
τετραέλικτος, four times wound round
τετρα-έλικτος, ον, =
- four times coiled round, ὄφις AP 7.210 (Antip.); τετραέλικτον ἅλμαν, ἤγουν τρικυμίαν, Hsch.
τετρα·έλικτος, ος, ον [ᾰ] roulé quatre fois sur soi-même, Anth. 7, 210.
Étym. τ. ἑλίσσω.
τετραέλικτος, = τετραέλιξ, ὄφις, Antip.Sid. 63 (VII.210).
τετραέλικτος
τετρα-έλικτος, ον,
- four times wound round, Anth.