τευτλίς
τευτλίς, ίδος, ἡ,
- = τεῦτλον, Thphr. HP 7.7.2; τεῦτλα τευτλίδας καλῶν Diph. 47 (prob. σευτλίδας).
τευτλίς, ίδος (ἡ) att. c. σευτλίς, Th. H.P. 7, 7, 2 ||
➳ Att. réc. σευτλίς, Diph. (Ath. 371a).
τευτλίς, ίδος, ἡ, att. statt σευτλίς, Theophr.