τημενίς Save LSJ Bailly 2024 Pape τημενίς, v. τήβεννος. τήμερα, τήμερον, v. τήμερον. τημενίς, ίδος (ἡ) et τήμενος, ου (ἡ) c. τήβεννα, Artém. 2, 3. τημενίς, ἡ, s. unter τήβεννα.