Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
τηνεσμώδης
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
τημελητής
τημελίη
τημελουχέω
τημελούχημα
τημελοῦχος
τημελῶς
Τημενίδης
Τημένιον
τημένιος
τημενίς
τήμενος
Τήμενος
τήμερα
τήμερον
τἠμῇ
Τημνίτης
Τῆμνον
Τῆμνος
τῆμος
τημόσδε
τημοῦτος
τήν
τηνάκις
τηνάλλως
τηνεῖ
τηνεί
τήνελλα
τήνελλος
Τήνερος
τηνεσμός
τηνεσμώδης
τήνης
τηνίκα
τηνικάδε
τηνικαῦτα
τηνικαυτί
Τήνιος
τηνόθεν
τηνόθι
τῆνος
Τῆνος
τηνῶ
τηνῶθε
τηνῶθεν
Τήνωτος
τηξιμελής
τηξίποθος
τῆξις
τῆος
τῇπερ
Τήρεια
Τηρείη
Τήρειος
τηρελούχησις
Τηρεύς
τηρέω
τήρημα
τηρήμων
Τήρης
τήρησις
τηρητέον
…
τηνεσμώδης
Save
Pape
τηνεσμώδης
, ες,
f.l.
für τεινεσμώδης.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}