τημοῦτος
τημοῦτος, adv. c. τῆμος, Hés. O. 574 ; Call. Dian. 175.
τημοῦτος, adv., seltene Nebenf. von τῆμος, Hes. O. 578, daraus gebildet, wie τηλικοῦτος aus τηλίκος.
τημοῦτος
See τημόσδε, τῆμος, Hes.
την-άλλως, or τὴν, ἄλλως, adv.