τιθάσιον Save τιθάσιον, tamed, domesticated LSJ Bailly 2024 τῐθᾰσ-ιον, τό, f.l. for τιθασεία, Thphr. HP 3.2.2 codd. τιθάσιον, ου (τὸ) [ῐᾱ] c. τιθασεία, Th. H.P. 3, 2, 2 dout.