τιθασεύτωρ Save LSJ Bailly 2024 Pape τῐθᾰσ-εύτωρ, ορος, ὁ, poet. for τιθασευτής, Opp. C. 2.543. τιθασεύτωρ, ορος (ὁ) [ῐᾱ] c. τιθασευτής, Opp. C. 2, 543. τιθασεύτωρ, ορος, ὁ, = τιθασευτής, Opp. Cyn. 2.543.