τοξαλκέτης
τοξαλκέτης, mighty with the bow
τοξ-αλκέτης, ου, ὁ, = sq., App.Anth. 1.95.
τοξ·αλκέτης, ου (ὁ) c. le suiv. Anth. App. 319.
τοξαλκέτης, ὁ, = τοξαλκής ; voc. τοξαλκέτα, Apollo, Ep.adesp. 116a (APP 319); Ael. H.A. 11.40.
τοξαλκέτης
τοξ-αλκέτης, ου, ὁ,
ἀλκή
- mighty with the bow, Anth.