Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
τονιστέον
τονιστέον, one must accentuate
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
τομίς
Τόμις
Τόμισα
τομοειδής
τομός
τόμος
Τομοῦροι
τόμουρος
Τόμυρις
τομῶς
τόν
τοναῖος
τονάριον
τόνεα
τονέω
τονή
τονθολυγέω
τονθορίζω
τονθορυγέω
τονθορύζω
τονθρύζω
τονθρύς
τονθρυστής
τόνθων
τονία
τονιαῖος
τονίζω
τονικός
τόνιον
τόνιος
τονιστέον
τονοειδής
τόνος
τονόω
τονῦν
τονώδης
τόνωσις
τονωτέον
τονωτικός
τοξάζομαι
Τοξαίχμης
τοξαλκέτης
τοξαλκής
τοξαλλίς
τοξάριον
Τόξαρις
τοξαρχέω
τοξάρχης
τόξαρχος
τοξασμός
τοξεία
τοξελκής
τόξευμα
τοξεύς
Τοξεύς
τόξευσις
τοξεύτειρα
τοξευτήρ
τοξευτής
τοξευτικός
τοξευτός
…
τονιστέον
Save
τονιστέον, one must accentuate
LSJ
τον-ιστέον,
one must accentuate,
Sch.
Pi.
P.
4.9.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}