Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
τονέω
LSJ
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
τομαροφύλακες
τομάς
τομάω
τομεῖον
τομέσι
τομεύς
Τομεύς
τομεύω
τομέχρι
τομή
τομιαῖος
τομίας
τομικός
τόμιον
τομίον
τόμιος
τομίς
Τόμις
Τόμισα
τομοειδής
τομός
τόμος
Τομοῦροι
τόμουρος
Τόμυρις
τομῶς
τόν
τοναῖος
τονάριον
τόνεα
τονέω
τονή
τονθολυγέω
τονθορίζω
τονθορυγέω
τονθορύζω
τονθρύζω
τονθρύς
τονθρυστής
τόνθων
τονία
τονιαῖος
τονίζω
τονικός
τόνιον
τόνιος
τονιστέον
τονοειδής
τόνος
τονόω
τονῦν
τονώδης
τόνωσις
τονωτέον
τονωτικός
τοξάζομαι
Τοξαίχμης
τοξαλκέτης
τοξαλκής
τοξαλλίς
τοξάριον
…
τονέω
Save
LSJ
Pape
τον-έω,
= τονόω II,
Eust.
60.14 (Pass.).
τονέω
, = τονόω, Eust.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}