τοξοβέλεμνος Save LSJ Bailly 2024 Pape τοξο-βέλεμνος, ον, = sq., of Apollo, Orph. H. 34.6. τοξο·βέλεμνος, ος, ον, qui tire de l’arc ou lance des flèches, Orph. H. 33, 6. Étym. τόξον, βέλεμνον. τοξοβέλεμνος, = τοξοβόλος, Orph. H. 33.6.