About
Menu

τοξότας

τοξότας, archer

τοξότας adj.,
  • 1archer Ἀμαζονίδων τοξόταν βάλλων γυναικεῖον στρατόν O. 13.89 Ποίαντος υἱὸν τοξόταν P. 1.53

Saved

Recent