Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
τοξωτός
τοξωτός, arcuatus
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Τοξικράτη
Τοξίκρατος
τοξιτησία
τοξῖτις
τοξοβέλεμνος
τοξοβόλος
τοξοδάμας
τοξόδαμνος
τοξοειδής
τοξοθήκη
τοξόκλυτος
τόξον
τοξόομαι
τοξοποιέω
τοξοποιία
τοξοποιΐα
τοξοποιός
τοξοσύνη
τοξόταν
τοξότας
τοξοτευχής
τοξότης
τοξότις
τοξοτίς
τοξουλκός
τοξοφορέω
τοξοφόρμιγξ
τοξοφόρος
τοξοχίτων
τοξόω
τοξωτός
τοπάεις
τοπάζιον
τοπάζιος
τόπαζος
τοπάζω
τοπάλαι
τοπαλαιόν
τοπάν
τοπαράπαν
τοπαραυτίκα
τοπάροιθε
τοπάρος
τοπαρχεῖον
τοπαρχέω
τοπάρχης
τοπαρχία
τόπαρχος
τοπαστέον
τοπαστικός
τοπεῖον
τοπέω
τοπηγορία
τοπήϊον
τοπίζω
τοπικός
τοπικῶς
τόπιον
τοπισμός
τοπίτης
τοπλέον
…
τοξωτός
Save
τοξωτός, arcuatus
LSJ
τοξωτός, ή, όν, =
arcuatus,
Gloss.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}