τοξοδάμας
τοξο-δάμᾱς [δᾰ], αντος, ὁ, = sq., A. Pers. 26, 30, 926 (all anap.).
τοξο·δάμας, αντος (ὁ) [δᾰᾱς] qui dompte l’ennemi avec ses flèches ou son arc, Eschl. Pers. 30, 926 ; subst. au pl. les archers, Eschl. Pers. 26.
Étym. τόξον, δαμάω.
τοξοδάμας, αντος, ὁ, = τοξόδαμνος ; τοξοδάμαντές τʼ ἠδʼ ἱπποβάται, Aesch. Pers. 26, vgl. 30, 890, Bogenschütze.