τρίπηδος
τρίπηδος, trot
τρί-πηδος, ὁ, or τρί-πηδον, τό,
- trot of a horse, Hippiatr. 34.
τρίπηδος, ὁ, δρόμος, statt τρίποδος, der Galopp des Pferdes, Hippiatr.
τρίπηδος, trot