τριπάλαιστος Save Bailly 2024 Pape τρι·πάλαιστος, ος, ον [ῐᾰ] long, large, etc. de trois palmes, Hdt. 1, 50. Étym. τρ. παλαιστή. τριπάλαιστος, drei Hände, Palmen breit ; s. τριπάλαστος.