τρίπεδος
τρίπεδος, three feet long
τρί-πεδος, ον, (πούς)
- three feet long, διάμετρος Plb. 6.22.2; θριγκοί IG 7.3073.76 (Lebad., ii B. C.).
τρί·πεδος, ος, ον [ῐ] long de trois pieds, Pol. 6, 22, 2.
Étym. τρ. πούς.
τρίπεδος, drei Fuß lang, Pol. 6.22.2.