τριπαία Save LSJ Bailly 2024 Pape τριπαια, v. τροπαία. τριπαία, ας (ἡ) c. τροπαία, Soph. fr. 950. τριπαία, ἡ, = τροπαία, Soph. frg. 950 bei Phot. u. EM., die ἐναντία πνοή erkl.