τριπλασιότης
τριπλασιότης, triplicity
τριπλᾰσῐ-ότης, ητος, ἡ,
- triplicity, Nicom. Ar. 2.5.
τριπλασιότης, ητος (ἡ) [ᾰ] état d’une chose triple d’une autre, Nicom. Arithm. 2, 5.
Étym. τριπλάσιος.
τριπλασιότης, ητος, ἡ, das Dreifache, Nicom. arithm. 2.5.