τρίσωμος Save LSJ Bailly 2024 Pape τρί-σωμος, ον, = foreg., An.Ox. 2.307. τρί·σωμος, ος, ον, c. le préc. Aqu. Esai. 40, 12. τρίσωμος, = τρισώματος (?).