τριστοιχεί Save Bailly 2024 Pape τριστοιχεί, adv. sur trois rangs, Hés. Th. 727 ; Opp. H. 5, 327. Étym. τρίστοιχος. τριστοιχεί, Hes. Th. 727, = τριστοιχί.