τριστοιχί
τριστοιχί, in three rows
τρι-στοιχί [ῑ], Adv.
- in three rows, Il. 10.473; τριστοιχεί, Hes. Th. 727, and many codd. of Il. l.c. (perh. rightly).
τριστοιχί [χῑ] adv. c. le préc. Il. 10, 473.
τριστοιχί, adv. zu τρίστοιχος, in drei Reihen, Il. 10.473.
τριστοιχί
[τρίστοιχος. Cf. μεταστοιχί.]
In three rows or lines : ἔντεα χθονὶ κέκλιτο τ. Il. 10.473.
τριστοιχί : in three rows, Il. 10.473†.
τριστοιχί
- in three rows, Il., Hes. from τρίστοιχος