τριτεύς
τριτεύς, third part of a μέδιμνος
τρῐτ-εύς, έως, ὁ,
- third part of a μέδιμνος, IPE 12.32A60 (Olbia, iii B. C.), Poll. 4.168.
τριτεύς, ὁ, der dritte Teil eines μέδιμνος, Poll. 4.168.