τριακαιδεκέτις Save Bailly 2024 Pape τριακαιδεκ·έτις, ιδος [ᾱ] adj. f. âgé de treize ans, Plat. Leg. 833d. Étym. τριακαίδεκα, ἔτος. τριακαιδεκέτις, fem. zu τριακαιδεκέτης.