τριακοσιοντάχοος Save Bailly 2024 τριακοσιοντά·χοος-ους, οος-ους, οον-ουν [ᾱᾰ] qui rapporte (litt. qui verse trois cents fois autant) Str. 742 conj. ; cf. διακοσιοντάχους, ἑκατοντάχοος. Étym. τριακόσιοι, χέω.