τριακοστημόριον
τριακοστημόριον, a thirtieth part
τρῐᾱκοστημόριον, τό, Ion. τρῐηκ-,
- a thirtieth part, Hp. Oct. 13.
τριακοστη·μόριον, seul. ion. τριηκοστη·μόριον, ου (τὸ) la trentième partie, le trentième, Hpc. 259, 44.
Étym. τριηκοστός, μόριον.
τριακοστημόριον, [ᾱκ], τό, ein Dreißigteilchen, Hippocr.