τριακοσιοστός
τριακοσιοστός, three-hundredth
τρῐᾱκοσιοστός, ή, όν,
- three-hundredth, Ptol. Alm. 3.1: also τρῐᾱκοσιαστός, JHS 33.338 (Maced., ii A. D.).