τριγωνίστρια
τριγωνίστρια, a woman who plays the τρίγωνον (ΙΙ.2)
τρῐγων-ίστρια, ἡ,
- a woman who plays the τρίγωνον (τρίγωνος II.2), Luc. Lex. 8.
τριγωνίστρια, ας (ἡ) [ῐγ] joueuse de harpe, Luc. Lex. 8.
Étym. τριγωνίζω.
τριγωνίστρια, ἡ, die das Tonwerkzeug τρίγωνον Spielende, Luc. Lexiph. 8.