τριδύστηνος Save Bailly 2024 Pape τρι·δύστηνος, ος, ον [ῐ] trois fois malheureux, c. à d. très malheureux, Anth. 9, 571, 1, var. τρισδύστηνος. Étym. τρ. δύστηνος. τριδύστηνος, dreifach, d.i. sehr unglücklich, Sp.