About Report a problem

Menu

τριετηρικός

τριετηρικός, belonging to a τριετηρίς

τρῐετ-ηρικός, ή, όν,
  • belonging to a τριετηρίς, παντέλεια Plu. QConv. 2.671d; ἀγῶνες τ. IG 5(1).662.6 (Laconia), cf. POxy. 2105.3 (ii A. D.).

Saved

Recent