τριποδήϊος Save Bailly 2024 Pape τρι·ποδήϊος, ος, ον [ῐπ] à trois pieds, Call. Del. 90. Étym. ion. c. *τριπόδειος, de τρεῖς, πούς. τριποδήϊος, ep. u. ion. statt τριπόδειος, Callim. Del. 90, ἕδρα, = τρίπους.