τριποδηΐς Save Bailly 2024 Pape τρι·ποδηΐς, ΐδος [ῐπῐδ] adj. f. c. le préc. Nonn. D. 9, 256. τριποδηΐς, ίδος, ἡ, bes. p. fem. zu τριποδήϊος, Nonn. D. 9.256, = τρίπους.